O 26χρονος Φώτης Ταμβάκης έχει επιλέξει να ρισκάρει τη ζωή του για να βγάζει χρήματα. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που θέλουν να έρχονται αντιμέτωποι με τον θάνατο για να μην τον φοβούνται. Έτσι, τα τελευταία τρία χρόνια ανήκει στους επίλεκτους κομάντο που μέσω εταιρειών αναλαμβάνουν ως φρουρά την προστασία των πλοίων από τους Σομαλούς πειρατές στον Ινδικό Ωκεανό.
Είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μελλοντικά θέλει να ασχοληθεί με τα οικονομικά. Παράλληλα, είναι εκπαιδευτής στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Σκοποβολής, πιλοτάρει και κάνει καταδύσεις.

Το οικονομικό δέλεαρ, η αγάπη του για τα στρατιωτικά επαγγέλματα, αλλά και η παρότρυνση του θείου του, που ήταν στρατιωτικός, τον έκαναν να πάρει την απόφαση να ταξιδέψει στη Σομαλία, η οποία έσκασε σαν «βόμβα» στη μητέρα του, καθώς είναι μοναχογιός: «Μου έχει εμπιστοσύνη, όμως, να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρει τις πραγματικές συνθήκες. Στη γιαγιά μου, για παράδειγμα, λέω ότι πάω ταξίδι στην Κρήτη…», παραδέχεται. «Μου άρεσαν πολύ τα στρατιωτικά, όμως δεν ήθελα να χαραμίσω τον μεγάλο βαθμό που έβγαλα και έτσι μπήκα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Η οικογένειά μου είναι στρατιωτικοί… Ο θείος μου με παρότρυνε, καθώς είναι μια καλά αμειβόμενη δουλειά, με κύρος, ενδιαφέρον, ταξίδια, αλλά και πολλούς κινδύνους», εξηγεί ο 26χρονος στα «Παραπολιτικά».

Ο Φώτης είναι διαρκώς με μια βαλίτσα στο χέρι. «Τα ταξίδια διαρκούν από 6-7 μέρες έως δεκαπέντε. Τελευταία κάνουν και συμβόλαια, ώστε να φεύγεις τρεις μήνες για να γλυτώνουν οι εταιρείες τα αεροπορικά και τα ξενοδοχεία. Σίγουρα δεν είναι δουλειά για τον καθένα. Πρέπει να έχεις υπηρετήσει στις ειδικές δυνάμεις. Στη συνέχεια, κάνεις και εκπαιδεύσεις έξω. Εγώ έχω πιστοποίηση Καλάσνικοφ από τη Βουλγαρία».
Ο ίδιος είναι από τους πιο νέους στα πληρώματα, καθώς δεν μετρά η ηλικία ή το πόσο δυνατός είσαι, όπως λέει: «Είναι θέμα αντίληψης μιας κατάστασης και πώς μπορείς να την αποτρέψεις. Να δει δηλαδή το πλοίο ο πειρατής και να φύγει».

Τα ρίσκα

Οι κίνδυνοι ξεκινούν με το που ανέβεις στο αεροπλάνο. Από εκεί και πέρα, έρχεσαι αντιμέτωπος με πολλά, όπως με κλεψιές, ιούς και άλλα. Οπως εξηγεί ο ίδιος: «Ημουν πέρσι στην Κένυα, όπου είχαν κρούσματα Εμπολα… Εκεί δεν ξέρεις πότε θα επιστρέψεις, όμως όλα έχουν το ρίσκο τους. Για να καταλάβεις, μόλις προσγειωθείς, υπάρχει ένας ατζέντης, που σε πάει στο ξενοδοχείο ή στο λιμάνι και δεν ξέρεις ποιος είναι καν αυτός. Εκεί επιβιβάζεσαι σε ένα βαρκάκι και πας μεσοπέλαγα να βρεις το μεγάλο πλοίο. Πρέπει να πας στον ωκεανό, να πας δίπλα στο πλοίο, για να σου πετάξουν ανεμόσκαλα, και να ανέβεις έχοντας τη βαλίτσα στην πλάτη. Οταν έχει Μποφόρ, είναι πολύ επικίνδυνο. Το πλοίο δεν καταλαβαίνει τίποτα. Σε πιάνει αρχικά απίστευτη ναυτία -μπορεί να είναι μία ώρα κόλαση. Πρέπει να δεις τα κύματα και να συγχρονιστείς με τον ρυθμό τους, ώστε να πηδήξεις στην ανεμόσκαλα. Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν σπάσει και έχουν κοπεί πόδια. Είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Εκεί ξεκινάει άλλη περιπέτεια, καθώς έρχεσαι αντιμέτωπος με τα ξυράφια με τα οποία είναι ντυμένο. Μόλις μπεις στην επικίνδυνη ζώνη, αρχίζουν τα προβλήματα».

tamvakis1

Ο Φώτης εξηγεί πως σε περίπτωση ομηρίας, η κατάσταση διαρκεί 3-6 μήνες, καθώς τόσο χρειάζεται για να λήξουν οι διαπραγματεύσεις. «Αρχικά, μπορεί να ζητούν 12 εκατομμύρια εκείνοι, η εταιρεία να λέει 3 και μετά να κλείνουν στα 3. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ταλαιπωρείται το πλήρωμα. Τρώνε μια χούφτα ρύζι, τρώνε ξύλο, καθώς θέλουν να δείξουν ποιος είναι αρχηγός του πλοίου. Το χειρότερο είδος πειρατών είναι από τη Νιγηρία. Εκείνοι σκοτώνουν εν ψυχρώ. Παίζεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα, καθώς υπάρχουν συχνά εξοστρακισμοί σφαιρών, αφού το πλοίο είναι όλο σίδερο. Μάλιστα, έχει τραυματιστεί σοβαρά και καπετάνιος».

Η επιστροφή στα αμφιθέατρα
Οι δυσκολίες που ο Φώτης Ταμβάκης αντιμετωπίζει τον έχουν κάνει να εκτιμήσει πολύ περισσότερο τη ζωή από πριν. Ερχεται αντιμέτωπος με πόλεμο, πείνα, δυστυχία, αρρώστια: «Εκτιμάς πολλά μετά από όσα βλέπεις, όπως την ειρήνη, τις ανθρώπινες σχέσεις… Λες, να παίρνω 400 ευρώ και να είμαι ευχαριστημένος. Λέω “ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε Ελληνα”. Εκεί είσαι μόνος, είναι σαν μια πλωτή φυλακή. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν δικό σου, καθώς υπάρχουν μόνο δορυφορικά τηλέφωνα, που είναι για ώρες ανάγκης. Παίρνω μόνο τη μητέρα μου ανά 2-3 μέρες και για 10 δεύτερα και της λέω “είμαι καλά, μιλάμε σε 3 μέρες”. Είναι μια ρουτίνα. Εχει τύχει σε ουκρανικό πλοίο να τρεφόμαστε μόνο με σούπες».

Ο ίδιος δεν θα ξεχάσει ένα ταξίδι τον Αύγουστο. Ηταν το χειρότερό του, καθώς λίγο έλειψε να τρελαθεί: «Ηταν πολύ δύσκολες συνθήκες. Φυσούσαν άνεμοι 9 Μποφόρ επί 10 ημέρες. Ο μέσος άνθρωπος δεν θα άντεχε. Δεν υπήρχαν καμπίνες και έπρεπε να μείνω με έναν από τη Σρι Λάνκα και μαζί με το κούνημα του πλοίου ήταν θάνατος. Βάραγα το κεφάλι μου στον τοίχο, δεν πέρναγε η ώρα με τίποτα. Εχει τύχει να παραμιλώ πολύ συχνά… Υπάρχει πολλή μοναξιά».
Ο Φώτης Ταμβάκης θα ταξιδέψει στη Σομαλία μία ακόμη χρονιά και μετά θα σταματήσει. Δεν υπάρχει προοπτική, όπως λέει, ενώ χάνεσαι και από τους δικούς σου ανθρώπους. «Αμείβεσαι καλά, όμως μετά αρχίζεις και το χάνεις. Από του χρόνου θα ασχοληθώ με τη σχολή μου, στο κομμάτι που αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Θέλω πολύ να κάνω κάτι στα οικονομικά», καταλήγει.